Ποιοι είναι τελικά οι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες

0
513

Ο ν.3874/2010 ορίζει ότι, για να χαρακτηριστεί κάποιος κατά κύριο επάγγελμα αγρότης, θα πρέπει από το συνολικό δηλωθέν εισόδημα, το 35% τουλάχιστον να είναι αποτέλεσμα γεωργικής δραστηριότητας.

Πολύ καιρό πριν από σήμερα, έγραφα επισταμένως ότι, με βάση την εικόνα των φετινών φορολογικών δηλώσεων θα προέκυπτε πρόβλημα όσον αφορά τον προσδιορισμό αυτό.

Τα πρώτα δείγματα φάνηκαν και οι περισσότερες δηλώσεις είχαν μηδενικά ή αρνητικά αποτελέσματα στα εκκαθαριστικά σημειώματα.

Εκείνο όμως που με προβλημάτιζε περισσότερο ήταν, ποιος τελικά θα χαρακτηριζόταν κατά κύριο επάγγελμα αγρότης σύμφωνα και με τα όσα ακούγονται από διάφορους κύκλους που μιλάνε συνεχώς χωρίς στην ουσία να λένε τίποτε απολύτως.

Κάτι δημοσιεύματα του τύπου διαχωρισμούς σε κατηγορίες των αγροτών, ακούγονται πολύ καλά, αλλά χωρίς συγκεκριμένη δομή αποτέλεσμα δεν πρόκειται να υπάρξει.

Τελικά φαίνεται ότι εκεί στην Αχαρνών 381, διαβάζουν και παρατηρούν περισσότερο από ότι αφήνουν να φανεί.

Φαίνεται λοιπόν να διαπίστωσαν ότι τα δημοσιεύματά μας έχουν βάση και έτσι, σχετικά νωρίς, αποφάσισαν να διαμορφώσουν τα νέα δεδομένα.

Όσοι παραγωγοί, έχουν μόνο γεωργικό εισόδημα, είτε από καλλιέργεια χωραφιών, είτε από πωλήσεις ως παραγωγοί στις λαϊκές αγορές, είτε από φωτοβολταϊκά και το αποτέλεσμα στο Ε-3 είναι μηδενικό ή ζημιογόνο, το Υπουργείο ενημερώνει με έγγραφό του τις υπηρεσίες του ΟΠΕΚΕΠΕ, να χαρακτηρίζουν τους παραγωγούς αυτούς κατά κύριο επάγγελμα αγρότες.

Με τον τρόπο αυτό, αντιμετωπίζεται ο νέος τρόπος φορολόγησης των αγροτών και κατ’ ουσία δίνεται βάση όχι πλέον στο καθαρό γεωργικό εισόδημα αλλά στον τζίρο που προκύπτει από την παραγωγική διαδικασία του αγρότη.

Στις άλλες περιπτώσεις όπου κάποιοι έχουν και γεωργικό εισόδημα εκτός από την άλλη επαγγελματική τους δραστηριότητα, ισχύει κανονικά το ποσοστό 35% ως ελάχιστο επί του συνολικού δηλωθέντος εισοδήματος.

Ταυτόχρονα με τον τρόπο αυτό, στην περίπτωση που θα ισχύσουν τελικά διαφορετικοί συντελεστές φορολόγησης για τους αγρότες, (κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και έχοντες παράλληλα αγροτικό εισόδημα), τότε δεν θα αδικηθούν οι πραγματικά ασκούντες επαγγελματικά την αγροτική δραστηριότητα, μόνο και μόνο επειδή είχαν ζημιά κάποια χρονιά.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν καλά, ή τουλάχιστον έτσι φαίνονται. Δυστυχώς όμως την ταμπακιέρα κανείς δεν την αγγίζει για μια ακόμη φορά.

Ακούμε συνέχεια διάφορα σχέδια αντιμετώπισης της κρίσης και του τεράστιου προβλήματος που έχει δημιουργηθεί στον πρωτογενή τομέα, χωρίς –δυστυχώς- κανένα αποτέλεσμα μέχρι στιγμής.

Μιλάνε όλοι για ανταγωνιστικότητα των αγροτικών προϊόντων της χώρας μας. Αν πάει κάποιος από την αντίπερα όχθη, αυτή του καταναλωτή, θα δει ότι δεν ενδιαφέρει κανέναν αν αυξήθηκαν τα λιπάσματα, ο ΦΠΑ στους σπόρους, αν επιβαρύνθηκε ο παραγωγός με απίστευτα κόστη στην καλλιέργειά του.

Τον καταναλωτή τον ενδιαφέρει να μπορεί να τα βγάλει πέρα με τα χρήματα που του έχουν αφήσει στην τσέπη. Δεν τον νοιάζει καθόλου, αν ο δόλιος ο κτηνοτρόφος αναγκάζεται να ταΐσει πέτρες και γομαράγκαθα τα ζώα του, επειδή δεν του φτάνουν να αγοράσει τριφύλλι και άχυρο, αφού κάποια «αστέρια» αποφάσισαν ότι οι ζωοτροφές θα πρέπει να έχουν 23%. Για ποιο λόγο; ρωτάω.

Μήπως για να γίνει ακριβή η ντόπια παραγωγή και να στραφούμε στα εισαγόμενα; Πριν από λίγο καιρό σε άρθρο αυτής εδώ της εφημερίδας, γινόταν αναφορά στην Αιτωλοακαρνανία, μια περιοχή ανάμεσα στις 5 πρώτες στην Ελλάδα σε κτηνοτροφία. οι οποίοι πλέον τρέφονται από εισαγόμενα κρέατα γιατί δεν μπορούν να εκτρέψουν δικά τους ζώα. Μα θα γίνουμε σοβαροί επιτέλους;

Τέλος καλό είναι, να σταματήσει το παραμύθι με τον ΦΠΑ των αγροτών και πως τον κερδίζουν μέσω των βιβλίων τους. Φυσικά και τον συμψηφίζουν με αυτόν των πωλήσεων τους και αποδίδουν τη διαφορά. Δεν κάνετε καμία τη χάρη στον παραγωγό κύριοι. Ο συμψηφισμός του ΦΠΑ των εξόδων με τον ΦΠΑ των εσόδων, προβλέπεται με νόμο από το 1987, δεν είναι κάτι καινούργιο.

Δεν άκουσα όμως κανέναν να μιλάει (και πάλι) για το στέγνωμα που δημιουργεί η καταβολή του ΦΠΑ κατά την αγορά και το μηδενισμό της ρευστότητας για 10-12 μήνες..

Υπάρχουν κάτι «φωστήρες», οι οποίοι λειτουργούν με τη λογική της εγγραφής στον κρατικό προϋπολογισμό των βεβαιωμένων φόρων. Αυξάνουν τους φόρους σε μια σειρά από προϊόντα και υπηρεσίες, χωρίς να υπολογίζουν αν αυτοί θα εισπραχθούν ποτέ.

«Η επιστροφή ΦΠΑ που τελικά είναι συμψηφισμός»

Κάνουν έξοδα το Α’ 6μηνο και καταβάλλοντας ΦΠΑ 23%, θα πουλήσουν το 4ο 3μηνο χωρίς είσπραξη ΦΠΑ γιατί οι αγοραστές έχουν απαλλαγή, η αίτηση επιστροφής θα γίνει το 3ο 3μηνο του επόμενου έτους και θα εισπράξουν (σιγά μην εισπράξουν) στο τέλος του επόμενου έτους. Μέχρι τότε θα έχουν προκύψει νέοι φόροι.

“Μικρότεροι φόροι ανά άτομο = μεγαλύτερη δυνατότητα αποπληρωμής»

Οι ασφαλιστικές εταιρείες ενδιαφέρονται όχι για πολλά συμβόλαια, αλλά για την εισπραξιμότητά τους. Μήπως θα πρέπει και το Υπουργείο να κάνει το ίδιο;

Γεώργιος Θωμ. Παπαδημητρίου

Φοροτεχνικός – Πρόεδρος Σ.Ε.Ε.Λ.Φ.Ο.Κ. (Σύλλογος Ελευθέρων Επαγγελματιών Λογιστών Φοροτεχνικών Οικονομολόγων Νομού Καρδίτσας)